Αναμφισβήτητα, το συνηθέστερο αίτημα από ένα άτομο «παρθένο» στη ψυχοθεραπευτική διαδικασία είναι η αναζήτηση συμβουλών. Φράσεις όπως «πείτε μου τι να κάνω» ή «πείτε μου πώς να το διαχειριστώ» συναντάνε συχνά τα αυτιά ψυχοθεραπευτών και συμβούλων ψυχικής υγείας. Ίσως και για καλό λόγο: ψυχολόγοι, ψυχοθεραπευτές και σύμβουλοι προβάλλονται πλέον ευρέως, τόσο στα κοινωνικά δίκτυα όσο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ως άνθρωποι με εμπειρία και εξειδικευμένες γνώσεις, ως άνθρωποι που «ξέρουν» και που αδιαμφισβήτητα «θα έχουν κάτι να πουν και για μένα».
Στα ξεκινήματα της εκπαίδευσής μου, η ιδέα αυτή με τρόμαζε. Νόμιζα ότι πρόκειται να μπω σε μία διαδικασία όπου θα μάθω να γνωρίζω a priori, εκ των προτέρων δηλαδή, «τι να λέω», «τι χρειάζεται» ο άνθρωπος απέναντί μου, και «πώς να το κάνω» σε κάθε περίπτωση. Με τρόμαζε, διότι εμπεριείχε ένα τεράστιο αίσθημα ευθύνης για τη ζωή κάποιου άλλου, στο οποίο, εφόσον είχα επιλέξει τη συγκεκριμένη επαγγελματική κατεύθυνση, θα χρειαζόταν, θα έπρεπε, να προσαρμοστώ. Αυτή ήταν η εικόνα του Ειδικού που (και εγώ) είχα τότε.
Έρχεται λοιπόν η στιγμή που μπαίνεις στο θεραπευτικό δωμάτιο και ακούς τον ψυχοθεραπευτή να σου λέει, μέσα έξω, ότι «είμαι εδώ για να σε ακούσω, δεν δίνω συμβουλές». Είναι σχεδόν σα να σου παίζει τρίπλα, σα να σου περνάει τη μπάλα κάτω από τα πόδια. «Για άλλο ήρθα εγώ εδώ», σκέφτεσαι, «δεν το θέλω εγώ αυτό» - και ίσως να έχεις δίκιο, αφού εσύ γνωρίζεις τόσο καλά ότι οι ψυχοθεραπευτές είναι Ειδικοί.
Τι Σημαίνει «Ειδικός»;
Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μια τάση να κατηγορούνται οι θεραπευτές για το ότι δεν δίνουν συμβουλές, αποποιούμενοι έτσι οποιαδήποτε επαγγελματική ευθύνη για το έργο τους. Ακούγεται σαν κάτι «εύκολο», όπου το μόνο που ζητείται από εκείνους είναι να ακούνε και να λένε «χμ, χμ». Ορισμένοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας μπορεί ακόμα και ρητά να αποφεύγουν τη «ταμπέλα» του Ειδικού.
Αρχίζω να αποδέχομαι και να αναγνωρίζω πλέον ότι είμαστε πράγματι Ειδικοί. Είμαστε Ειδικοί όχι όμως με τον τρόπο που σκέφτεται ο περισσότερος κόσμος. Είμαστε Ειδικοί διότι γνωρίζουμε, και διαρκώς μαθαίνουμε, πώς να ακούμε, πώς να νιώθουμε, πώς να εκτιμάμε, πώς να αποδεχόμαστε, πώς να σχετιζόμαστε, και ενίοτε, πράγματι, πώς να ερμηνεύουμε, αξιοποιώντας τις γνώσεις μας για την ανθρώπινη ψυχολογία και συμπεριφορά. Σε αυτές τις δεξιότητες αφιερώνουμε ώρες μελέτης και πρακτικής άσκησης.
Αυτές όμως οι δεξιότητες και γνώσεις σπανίως έχουν κάτι ουσιαστικό να προσφέρουν, αν δεν τους δοθεί πρώτα ο χρόνος να προσαρμοστούν και να αγκαλιάσουν το βίωμα ενός δυσκολεμένου ανθρώπου. Με άλλα λόγια, δεν έχουμε τη παραμικρή ιδέα για το τι μπορεί να βοηθήσει ή τι μπορεί να χρειάζεται ένας άνθρωπος χωρίς πρώτα να αφιερώσουμε χρόνο για να τον ακούσουμε και να οικοδομήσουμε μία σχέση μαζί του.
Τελικά «Ειδικός», ή «Μάγος»;
Μπορεί λοιπόν κάποιες φορές να αποφεύγουμε τη ταμπέλα του Ειδικού, όχι επειδή δεν αναλαμβάνουμε, ή δεν θέλουμε, από φόβο, να αναλαμβάνουμε, την ευθύνη για το θεραπευτικό μας έργο, αλλά επειδή δεν είμαστε σε θέση να αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τη ζωή του άλλου – τόσο διότι εκ των πραγμάτων δεν μπορούμε, δεν γνωρίζουμε πώς, όσο και διότι αυτό θα δημιουργούσε μία συνθήκη εξάρτησης και όχι θεραπείας. Στη πρώτη συνάντηση, όταν ακούω «απ’ όσα έχετε ακούσει, τι νομίζετε πως πρέπει να κάνω;» νιώθω ότι μου ζητείται να είμαι Μάγος – σα να με φαντάζομαι να σηκώνω το Μαγικό μου Ραβδί και με μία εκλεπτυσμένη κίνηση να ανοίγω το Μαγικό Κουτί των συμβουλών μου και να δίνω εκείνες που η Μαγική μου Διαίσθηση μου λέει ότι ταιριάζουν. Δυστυχώς, ή μάλλον ευτυχώς, δεν είμαι Μάγος.
Κατά μία έννοια, στη ψυχοθεραπευτική διαδικασία αλληλεπιδρούν δύο Ειδικοί και δύο «αποτυχημένοι» Μάγοι. Αφενός, ο ένας Ειδικός, ο θεραπευτής, διαθέτει όλες εκείνες τις δεξιότητες και εμπειρία που του επιτρέπουν να δρομολογεί και να ενισχύει μία θεραπευτική πορεία και σχέση, ενώ ο άλλος Ειδικός, ο θεραπευόμενος, είναι ο μόνος εν δυνάμει σε θέση να έχει πρόσβαση στο εσωτερικό του βίωμα ώστε να καθορίζει τον άξονα, τη κατεύθυνση και τον ρυθμό της θεραπευτικής του πορείας (ακόμα και στις περιπτώσεις που αυτή η πρόσβαση μοιάζει να μην φέρνει τίποτα). Χωρίς όμως και των δύο την ειδημοσύνη, η θεραπευτική αλλαγή καθίσταται ανέφικτη.
Αφετέρου, από τον έναν «αποτυχημένο» Μάγο, τον θεραπευτή, του ζητείται να αξιοποιήσει μαγικές ικανότητες τις οποίες δεν διαθέτει, ενώ ο άλλος «αποτυχημένος» Μάγος, ο θεραπευόμενος, για κάποιο λόγο δεν διαθέτει τις λύσεις και τις απαντήσεις που «θα έπρεπε» ή ακόμα που «θα περίμενε κανείς» να έχει, και τις αναζητά αλλού. Και οι δύο με κάποιο τρόπο αποτυγχάνουν να ανταποκριθούν στον προσδοκώμενο ρόλο τους, δεν είναι σε θέση να ξέρουν «τι και πώς» – μία «αποτυχία» που ίσως, σε κάποιο αόριστο επίπεδο, να συνοδεύεται από μία αμυδρή αλλά κοινή αίσθηση ματαίωσης, καθώς, στη τελική, ο ένας θέλει να βοηθήσει και ο άλλος θέλει να βοηθηθεί.
Αλλά κάπως έτσι, στηριζόμενοι στην ειδημοσύνη τους και όχι στις υποτιθέμενες μαγικές τους ικανότητες, θεραπευτής και θεραπευόμενος συμπορεύονται σε ένα δυναμικό ταξίδι εξερεύνησης, όπου η θεραπευτική αλλαγή είναι κάτι που «συνδημιουργείται» - σαν κάτι τρίτο, έξω αλλά ταυτόχρονα μέσα στον καθένα, και που μέσα σε αυτό ίσως να μπορέσει τελικά να υπάρξει κάτι το μαγικό.